Δευτέρα, 8 Σεπτεμβρίου 2014

Αυτοπαραγωγή: Τα εν ΥΚΩ εν δήμω

Τον τελευταίο καιρό, τόσο η αγορά όσο και οι περιβαλλοντικές οργανώσεις, έχουν εναποθέσει στο net metering τις ελπίδες τους για τις μικρές ΑΠΕ. Δηλαδή στην αυτοπαραγωγή με χρήση του ενεργειακού συμψηφισμού. Εδώ και ενάμιση χρόνο, όλοι πιέζουν και ζητούν επίμονα από την Κυβέρνηση να προχωρήσει άμεσα στη θέσπιση του μέτρου, όμως όλα δείχνουν ότι το θέμα θα έχει μάλλον ατυχή κατάληξη.

Η ιστορία...

Οι πρώτες προτάσεις υποβλήθηκαν στο ΥΠΕΚΑ τον Απρίλιο του 2013 (βλ. εδώ και εδώ)

Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, το ΥΠΕΚΑ έκανε το πρώτο βήμα, μάλλον άδοξα, αφού η νομοθετική ρύθμιση που έφερε στη Βουλή καθόριζε ως περίοδο συμψηφισμού την περίοδο καταμέτρησης κάθε καταναλωτή (βλ. άρθρο 6, ν.4203/2013). Η ρύθμιση αυτή μείωνε σημαντικά το μέρος της κατανάλωσης που μπορούσε να καλύψει ένας αυτοπαραγωγός και απέκλειε όλους τους καταναλωτές ηλεκτρικής ενέργειας που παρουσιάζουν εποχικότητα, όπως οι κατοικίες, οι αγρότες και οι τουριστικές επιχειρήσεις.

Οι έντονες αντιδράσεις τότε, των φορέων της αγοράς και των περιβαλλοντικών οργανώσεων φαίνεται ότι καρποφόρησαν, αφού ο Υφυπουργός ΠΕΚΑ αναγνώρισε δημόσια στη Βουλή, ότι πρέπει να γίνουν βελτιώσεις, ειδικότερα ως προς την περίοδο του συμψηφισμού που δεσμεύθηκε ότι θα γίνει ετήσια (βλ. εδώ και εδώ).

Το Δεκέμβριο του 2013, η ηγεσία του ΥΠΕΚΑ προχώρησε στη σύσταση μιας ειδικής Ομάδας Εργασίας, στην οποία ανατέθηκε ο καθορισμός των λεπτομεριών εφαρμογής της αυτοπαραγωγής. Μιας Ομάδας Εργασίας από την οποία δυστυχώς εξαιρέθηκαν όλοι οι φορείς της αγοράς και όλες οι περιβαλλοντικές οργανώσεις.

Τον Απρίλιο του 2014, το ΥΠΕΚΑ προχώρησε σε νέα νομοθετική ρύθμιση, που καθορίζει ότι η περίοδος του συμψηφισμού αλλά και οι χρέωσεις που θα περιλαμβάνονται σε αυτόν, ρυθμίζονται με απόφαση του Υπουργού ΠΕΚΑ (βλ. Εδ.14, Υποπαρ. ΙΓ.8, ν.4254/2014). Γεγονός που άφηνε να εννοηθεί, ότι παρά τις δηλώσεις το Υφυπουργού στη Βουλή, το Υπουργείο εξετάζει όλα τα ενδεχόμενα.

Λίγο αργότερα δόθηκε στη δημοσιότητα και το σχετικό Πόρισμα της Ομάδας Εργασίας που περιέγραφε ένα μάλλον ιδιότυπο και περίπλοκο σχήμα αυτοπαραγωγής.

Η κατάσταση σήμερα...

Με το πόρισμά της, η Ομάδα Εργασίας προτείνει τον περιορισμό της ισχύος των εγκαταστάσεων αυτοπαραγωγής στα 10 kW, παρουσιάζοντας ως επιχείρημα ότι η διεθνής πρακτική στην αυτοπαραγωγή αφορά μικρά συστήματα, κάτι που όμως δεν ισχύει (βλ. εδώ).

Επιπλέον, προτείνει το συμψηφισμό σε ετήσια βάση αλλά μόνο για τις ανταγωνιστικές χρεώσεις. Αναφέρει χαρακτηριστικά ότι η εφαρμογή του συμψηφισμού και στις υπόλοιπες χρεώσεις απαιτεί σημαντικές τροποποιήσεις στο θεσμικό πλαίσιο. Και που επίσης δεν ισχύει, αφού η τελευταία νομοθετική ρύθμιση που έγινε τον Απρίλιο, ορίζει ότι ο Υπουργός ΠΕΚΑ έχει το δικαίωμα καθορισμού των χρεώσεων που θα περιλαμβάνονται στο συμψηφισμό (βλ. Εδ.14, Υποπαρ. ΙΓ.8, ν.4254/2014).

Εκτός αυτού όμως, το ίδιο το πόρισμα περιλαμβάνει γραφήματα, που δείχνουν ότι ο χρόνος αποπληρωμής των εγκαταστάσεων αυτοπαραγωγής, για το προτεινόμενο σχήμα αυτοπαραγωγής, κυμαίνεται από 9 έως 18 χρόνια, ανάλογα με το μέγεθος της εγκατάστασης.

Στα τέλη Ιουλίου και παρά την έντονη κριτική, το ΥΠΕΚΑ, μέσω της ΡΑΕ, έθεσε σε δημόσια διαβούλευση ένα κείμενο Υπουργικής Απόφασης που περιλαμβάνει όλες τις προτάσεις της Ομάδας Εργασίας.

Πέρα από την υιοθέτηση των προτάσεων της Ομάδας Εργασίας, η Υπουργική Απόφαση που τέθηκε σε διαβούλευση περιορίζει ακόμα περισσότερο το πλαίσιο της αυτοπαραγωγής, ορίζοντας ακόμα χαμηλότερο όριο ισχύος για τις εγκαταστάσεις στα Μη Διασυνδεδεμένα Νησιά (5 kW) και επιβάλλει ακόμα περισσότερους περιορισμούς, όπως η εγκατάσταση ενός μόνο συστήματος αυτοπαραγωγής στους κοινόχρηστους χώρους.

Το αποτέλεσμα ήταν οι έντονες αντιδράσεις τόσο των φορέων της αγοράς, όσο και των περιβαλλοντικών οργανώσεων. Από τη μια, ο περιορισμός του συμψηφισμού στις ανταγωνιστικές χρεώσεις, καθιστά μη ελκυστικά τα μικρά οικιακά συστήματα. Από την άλλη, τα όρια ισχύος των 5 και 10 kW αποκλείουν πλήρως τις μικρές επιχειρήσεις. Ο δε περιορισμός εγκατάστασης ενός μόνο συστήματος για τους κοινόχρηστους χώρους, ισοδυναμεί με απαγόρευση, κάτι που φαίνεται και από τα στατιστικά του Ειδικού Προγράμματος των στεγών, που δείχνουν ότι μόλις το 10% των εγκαταστάσεων βρίσκεται στην Αττική, παρά το γεγονός ότι περιλαμβάνει το 50% του πληθυσμού της χώρας, που διαμένει και εργάζεται κατά κύριο λόγο σε κτίρια με κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους.

Είναι προφανές ότι αν τελικά εφαρμοσθούν οι ρυθμίσεις αυτές, οι ενδιαφερόμενοι θα είναι τόσο λίγοι που δεν θα υφίστανται αγορά αυτοπαραγωγής για τις μικρές ΑΠΕ.

Το πρόβλημα…

Έπειτα από συζητήσεις τόσο με στελέχη του ΥΠΕΚΑ, όσο και με στελέχη της ΡΑΕ και του ΔΕΔΔΗΕ που συμμετείχαν στην Ομάδα Εργασίας, φαίνεται ότι τα όρια ισχύος είναι μάλλον θέμα πολιτικής απόφασης, για το αν τελικά θα επιτραπεί η αυτοπαραγωγή στις μικρές επιχειρήσεις ως μέσο βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας τους.

Ως μείζον θέμα όμως, αναδεικνύεται το θέμα του συμψηφισμού του Ενιαίου Τέλους Μείωσης Εκπομπών Αερίων Ρύπων (ΕΤΜΕΑΡ) και της χρέωσης των Υπηρεσιών Κοινής Ωφέλειας (ΥΚΩ). Το πρώτο καλύπτει την αγορά ενέργειας από τους παραγωγούς – επενδυτές έργων ΑΠΕ & ΣΗΘΥΑ σε υψηλές εγγυημένες τιμές, ενώ η δεύτερη καλύπτει το κόστος ηλεκτροδότησης των Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών, των Πολυτέκνων και των δικαιούχων του Κοινωνικού Οικιακού Τιμολογίου.

Για τις δυο αυτές χρεώσεις, η Ομάδα Εργασίας προτείνει την εφαρμογή στο σύνολο της κατανάλωσης αντί για το αποτέλεσμα του συμψηφισμού, πρόταση που αυξάνει δραματικά το χρόνο αποπληρωμής των εγκαταστάσεων αυτοπαραγωγής, σε βαθμό που να τις καθιστά μη ελκυστικές ειδικά ειδικά αν ληφθεί υπόψη η έλλειψη ρευστότητας στην αγορά.

Εκτός αυτού όμως, το προτεινόμενο σχήμα εφαρμογής των χρεώσεων είναι τόσο πολύπλοκο, που καθιστά εξαιρετικά δύσκολο για τους τελικούς καταναλωτές, τον υπολογισμό και την κατανόηση του οικονομικού όφελους που προκύπτει από την εγκατάσταση ενός συστήματος αυτοπαραγωγής.

Ειδικά για το ΕΤΜΕΑΡ, η κοινή λογική επιβάλλει να χρεώνεται στο αποτέλεσμα του ενεργειακού συμψηφισμού, δεδομένου ότι οι αυτοπαραγωγοί συμβάλλουν πρωτογενώς στην μείωση των εκπομπών αερίων ρύπων. Εξόφθαλμα προφανής άποψη, που η ίδια η ΡΑΕ έχει δηλώσει εγγράφως (βλ. εδώ, σελ. 5). Τόσο προφανής δε, που δεν χρήζει κάποιας ιδιαίτερης συζήτησης.

Όμως οι χρεώσεις των ΥΚΩ φαίνεται ότι είναι για όλους ένα θέμα "ταμπού".

Το βασικό επιχείρημα είναι ότι αν απαλλαχθούν οι αυτοπαραγωγοί από το κόστος των ΥΚΩ (που κυμαίνεται περίπου στα 800 εκατ. € ετησίως), η διαφορά θα μετακυλήσει στους υπόλοιπους καταναλωτές οι οποίοι θα επιβαρυνθούν σημαντικά.

Εκ πρώτης όψεως το επιχείρημα φαίνεται αληθές και προφανές. Τόσο προφανές όσο και η απαλλαγή των αυτοπαραγωγών από το ΕΤΜΕΑΡ.

Στην πράξη όμως, κανένα από τα στελέχη του ΥΠΕΚΑ, της ΡΑΕ ή του ΔΕΔΔΗΕ, που είχα την ευκαιρία να μιλήσω μαζί τους, δεν προχώρησε το συλλογισμό ένα βήμα πιο κάτω. Τελικά πόσο μεγάλη είναι αυτή η επιβάρυνση, για να δούμε αν υπάρχει τελικά κάποιος τρόπος να απαλλαγούν οι αυτοπαραγωγοί από την καταβολή των χρεώσεων ΥΚΩ και το θεσμικό πλαίσιο να γίνει λίγο πιο ελκυστικό.
.
Τα νούμερα…

Για να μπορέσουμε να εκτιμήσουμε τις συνέπειες της απαλλαγής των αυτοπαραγωγών από τα ΥΚΩ, ας θεωρήσουμε ως υπόθεση εργασίας ότι καθόλη τη διάρκεια του 2013 (για το οποίο υπάρχουν πλήρη και αναλυτικά απολογιστικά στοιχεία από τη ΡΑΕ) λειτούργησαν 1.000 MW φωτοβολταϊκών από αυτοπαραγωγούς, οι οποίοι δεν κατέβαλλαν χρεώσεις ΥΚΩ για το μέρος της κατανάλωσης που συμψηφίστηκε από την παραγωγή.

Για λόγους ευκολίας, ας θεωρήσουμε επίσης ότι αυτά τα 1.000 MW λειτούργησαν αποκλειστικά στο Διασυνδεδεμένο σύστημα, ώστε στο υποτιθέμενο σενάριο, το κόστος των ΥΚΩ να είναι ίδιο με αυτό που υπολογίσθηκε απολογιστικά από τη ΡΑΕ για το 2013 και ας υπολογίσουμε την επιβάρυνση που προκύπτει για όλους τους υπόλοιπους καταναλωτές, αν αναλάβουν αυτοί πλήρως το κόστος των ΥΚΩ.

Για να γίνει κατανοητό το μέγεθος των 1.000 MW, αρκεί να αναλογισθεί κανείς ότι από το 2006 μέχρι σήμερα, εγκαταστάθηκαν στη χώρα περίπου 2.500 ΜW φωτοβολταϊκών με εγγυημένες τιμές πώλησης (feed-in tariffs) που παρείχαν οικονομικές αποδόσεις, που σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να φτάσει η αυτοπαραγωγή, ακόμα και αν εφαρμοσθούν όλες οι χρεώσεις στο αποτέλεσμα του ενεργειακού συμψηφισμού.

Σύμφωνα λοιπόν με τη ΡΑΕ, το κόστος των ΥΚΩ για το 2013 ήταν συνολικά 815.737.404 €, από τα οποία 771.200.755 € ήταν το κόστος ηλεκτροδότησης των Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών, 10.900.000 € ήταν το κόστος για τους Πολύτεκνους και 33.636.649 € ήταν το κόστος του Κοινωνικού Οικιακού Τιμολογίου (βλ. ΡΑΕ 356/2014).

Αντίστοιχα για το 2013, οι πωλήσεις ηλεκτρικής ενέργειας στη χώρα μας ήταν συνολικά 51.373.819 MWh (βλ. ΡΑΕ 175/2014).

Μεσοσταθμικά λοιπόν, η επιβάρυνση όλων των καταναλωτών από το κόστος των ΥΚΩ ήταν:

(Κόστος ΥΚΩ) / (Πωλήσεις) =
(815.737.404 €) / (51.373.819 MWh ) = 
15,88 €⁄MWh

Στο υποτιθέμενο σενάριο, η λειτουργία των 1.000 MW φωτοβολταϊκών αυτοπαραγωγής θα μείωνε τις πωλήσεις της ηλεκτρικής ενέργειας στη χώρα. Οι νέες πωλήσεις θα ήταν μειωμένες κατά τη συνολική παραγωγή των φωτοβολταϊκών αυτοπαραγωγής, δηλαδή κατά:

(Ισχύς φβ αυτοπαραγωγής) × (Μέση απόδοση φβ) =
(1.000 ΜW) × (1.340 MWh/MW) =
1.340.000 MWh

Στον πιο πάνω υπολογισμό, χρησιμοποιείται η μέση απόδοση που παρουσίασαν τα φωτοβολταϊκά του Ειδικού Προγράμματος σε Στέγες (βλ. Δελτίο ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ, ΛΑΓΗΕ, Δεκ. 2013), δεδομένου ότι οι εγκαταστάσεις αυτοπαραγωγής βρίσκονται πάντα κοντά σε καταναλώσεις και άρα είναι απόλυτα λογικό οι περισσότερες από αυτές να είναι σε στέγες.

Επειδή στο υποτιθέμενο σενάριο οι αυτοπαραγωγοί – ιδιοκτήτες των φωτοβολταϊκών αυτοπαραγωγής δεν καταβάλλουν χρεώσεις ΥΚΩ για το μέρος της κατανάλωσης που συμψηφίζεται από την παραγωγή, το κόστος των ΥΚΩ θα επιμεριζόταν στην ποσότητα ενέργειας που αντιστοιχεί στις αρχικές πωλήσεις ηλεκτρικής ενέργειας, μειωμένες όμως κατά την ενέργεια που θα παράγονταν από την αυτοπαραγωγή. Συνεπώς η μέση επιβάρυνση των καταναλωτών θα ήταν:

(Κόστος ΥΚΩ) / (Αρχικές πωλήσεις - Αυτοπαραγωγή) =
(815.737.404 €) / (51.373.819 MWh -1.340.000 MWh) =
16,30 €⁄MWh

Τελικά, η αύξηση της επιβάρυνσης των καταναλωτών λόγω της απαλλαγής των αυτοπαραγωγών θα ήταν μόλις:

(16,30 €⁄MWh) - (15,88 €⁄MWh) = 
0,42  €⁄MWh

Μια αύξηση που αντιστοιχεί σε ποσοστό μόλις 2,7% και που θα μπορούσε να ισχυρισθεί κανείς ότι είναι εύλογη, μπροστά στα αναπτυξιακά και στα περιβαλλοντικά οφέλη της αυτοπαραγωγής.

Η αύξηση αυτή αποτελεί θεωρητικό άνω όριο, αφού στην πράξη ένα μέρος από τις εγκαταστάσεις αυτοπαραγωγής θα λειτουργούσε και στα Μη Διασυνδεδεμένα Νησιά, μειώνοντας έτσι την παραγωγή των συμβατικών μονάδων, άρα και το κόστος των ΥΚΩ, άρα και την επιβάρυνση των καταναλωτών.

Όμως, αυτή η απλή άσκηση αρχίζει να αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αν εξετάσει κανείς τι πρέπει να γίνει για να μην αυξηθεί η επιβάρυνση των καταναλωτών από τα ΥΚΩ λόγω της λειτουργίας των 1.000 MW φωτοβολταϊκών αυτοπαραγωγής που απαλλάσονται από την καταβολή των αντίστοιχων χρεώσεων.

Προφανώς, επειδή οι νέες πωλήσεις ενέργειας που υπόκεινται στις χρεώσεις ΥΚΩ είναι μειωμένες, μοναδικός τρόπος για να παραμείνει η μέση επιβάρυνση των καταναλωτών στα επίπεδα των 15,88 €/MWh, είναι να μειωθεί ανάλογα και το συνολικό κόστος των ΥΚΩ. Για την ακρίβεια πρέπει να γίνει:

[(Αρχικές πωλήσεις) - (Αυτοπαραγωγή)] × (Αρχική επιβάρυνση) =
[51.373.819 MWh - 1.340.000 MWh] × (15,88  €⁄MWh) = 
794.460.261 €

Δηλαδή πρέπει να μειωθεί κατά:

(Αρχικό κόστος ΥΚΩ) - (Επιθυμητό κόστος ΥΚΩ) = 
(815.737.404 €) - (794.460.261 €) =
21.277.143 €

Η μείωση αυτή θα μπορούσε να επιτευχθεί με τη μείωση της παραγωγής των συμβατικών μονάδων, με κάλυψη της διαφοράς από μονάδες φωτοβολταϊκών αυτοπαραγωγής που θα λειτουργούσαν στα Μη Διασυνδεδεμένα Νησιά.

Επειδή το θεωρούμενο μέσο κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από συμβατικές μονάδες στα Μη Διασυνδεδεμένα Νησιά για το 2013 ήταν 177,34 €/MWh (βλ. ΡΑΕ 313/2014), η ενέργεια που πρέπει να παραχθεί από τις μονάδες αυτοπαραγωγής στα Μη Διασυνδεδεμένα Νησιά για να επιτευχθεί η απαιτούμενη μείωση στο κόστος των ΥΚΩ είναι:

(Μείωση κόστους ΥΚΩ) / (Μέσο κόστος παραγωγής συμβ. μον.) =
(21.277.143 €) / (177,34 €) = 
119.979 MWh

Για να γίνει αντιληπτό αν υπάρχουν τα ανάλογα περιθώρια για την παραγωγή της πιο πάνω ποσότητας ενέργειας, αρκεί να εξετάσει κανείς τη διείσδυση των ΑΠΕ στα Μη Διασυνδεδεμένα Νησιά για το 2013, η οποία σύμφωνα με τη ΡΑΕ ήταν 989.647 MWh σε σύνολο 5.362.716 ΜWh, δηλαδή ποσοστό 18,45% (βλ. ΡΑΕ 313/2014).

Κάνοντας τις πράξεις, καταλήγει κανείς εύκολα στο συμπέρασμα, ότι η πιο πάνω ποσότητα ενέργειας αντιστοιχεί σε αύξηση της διείσδυσης των ΑΠΕ στα Μη Διασυνδεδεμένα Νησιά με χρήση φωτοβολταϊκών από 18,45% σε 20,7%, ένα ποσοστό που μάλλον είναι εύκολα εφικτό.

Ειδικότερα, αν ληφθεί υπόψη και η μέση απόδοση των φωτοβολταϊκών, τότε προκύπτει ότι η πιο πάνω ποσότητα ενέργειας αντιστοιχεί στην εγκατάσταση στα Μη Διασυνδεδεμένα Νησιά φωτοβολταϊκών αυτοπαραγωγής συνολικής ισχύος περίπου:

(119.979 MWh) / (1.340 MWh⁄MW) ≈
90 MW

Συνεπώς, η επιβάρυνση των καταναλωτών από τις χρεώσεις ΥΚΩ που προκύπτει από την εγκατάσταση 1.000 MW φωτοβολταϊκών αυτοπαραγωγής με απαλλαγή των αυτοπαραγωγών από την καταβολή των αντίστοιχων χρεώσεων, όχι μόνο είναι εύλογη, αλλά μπορεί να αντισταθμιστεί πλήρως αν το 9% της ισχύος αυτής (δηλαδή 90 MW) εγκατασταθεί στα Μη Διασυνδεδεμένα Νησιά. 

Στην πράξη, η κατάσταση ίσως να είναι λίγο διαφορετική, δεδομένου ότι η προσφορά επιπλέον ποσότητας ενέργειας από ΑΠΕ στο Διασυνδεδεμένο Δίκτυο, θα είχε ως αποτέλεσμα και τη μείωση της μεσοσταθμικής τιμής αγοράς στη χονδρική αγορά, με αποτέλεσμα να αυξηθεί ανάλογα και το κόστος των ΥΚΩ. Όμως, επειδή η ενέργεια αυτή αποτελεί μικρό ποσοστό επί των συνολικών πωλήσεων στη χώρα, η αύξηση θα ήταν μάλλον μικρή και θα μπορούσε εύκολα να ισοσκελισθεί, με την εγκατάσταση λίγο περισσότερης ισχύος στα Μη Διασυνδεδεμένα Νησιά.

Το Συμπέρασμα...

Φαίνεται λοιπόν ότι η απαλλαγή όλων των αυτοπαραγωγών από τις χρεώσεις ΥΚΩ είναι εφικτή χωρίς την επιβάρυνση των υπόλοιπων καταναλωτών, αρκεί να διατηρείται μια ελάχιστη αναλογία μεταξύ των εγκαταστάσεων που γίνονται στα Μη Διασυνδεδεμένα Νησιά, σε σχέση με τις εγκαταστάσεις που γίνονται στο Διασυνδεδεμένο Δίκτυο.

Δεν είναι τυχαίο λοιπόν ότι οι φορείς της αγοράς και οι περιβαλλοντικές οργανώσεις προτείνουν την άρση του ορίου των 5 kW για τα Μη Διασυνδεδεμένα Νησιά.

Εκτός όμως από τη βελτίωση της ελκυστικότητας της αυτοπαραγωγής, η απαλλαγή των αυτοπαραγωγών από το ΕΤΜΕΑΡ και τις χρεώσεις ΥΚΩ είναι σημαντική, γιατί επιτρέπει στους τελικούς καταναλωτές να υπολογίσουν και να κατανοήσουν καλύτερα το όφελος από την εγκατάσταση ενός συστήματος αυτοπαραγωγής, λόγω της ενιαίας εφαρμογής των χρεώσεων στο αποτέλεσμα του ενεργειακού συμψηφισμού.

Για τον ίδιο λόγο, είναι αναγκαίο και οι υπόλοιπες χρεώσεις, όπως οι χρεώσεις του Δικτύου Διανομής, να τροποποιηθούν ανάλογα για να μπορούν να εφαρμόζονται στο αποτέλεσμα του ενεργειακού συμψηφισμού, ακόμα και αν χρειασθεί να μετακινηθεί ένα μέρος του κόστους από το μεταβλητό σκέλος, στο σταθερό σκέλος των χρεώσεων, ώστε να μη μειωθούν τα έσοδα των Διαχειριστών (αν και σε αυτή την περίπτωση αποδεικνύεται ότι η επιβάρυνση των υπόλοιπων καταναλωτών είναι αμελητέα).

Αντίστοιχα, τα όρια ισχύος πρέπει να αυξηθούν για να αποκτήσουν πρόσβαση στην αυτοπαραγωγή και οι μικρές επιχειρήσεις, προκειμένου να μειώσουν το κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας και να γίνουν πιο ανταγωνιστικές.

Υπάρχουν όμως και άλλες προτάσεις που μπορούν να συμβάλλουν περαιτέρω στη μείωση του κόστους των ΥΚΩ, όπως η διάθεση της περίσσειας ενέργειας από όλες τις εγκαταστάσεις αυτοπαραγωγής στους Δικαιούχους του Κοινωνικού Τιμολογίου. Μια πρόταση που αγνοήθηκε πλήρως από την Ομάδα Εργασίας και που αν εφαρμοσθεί, μπορεί να συμβάλλει ακόμα περισσότερο στη μείωση του κόστους των ΥΚΩ μέσω της μείωσης του σκέλους που αντιστοιχεί στο κόστος του Κοινωνικού Οικιακού Τιμολογίου.

Και τέλος ειδική πρόβλεψη πρέπει να γίνει και για το κόστος σύνδεσης, που σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να παραμείνει στα επίπεδα του κόστους που ίσχυε στα πλαίσια του Ειδικού Προγράμματος των Στεγών, ειδικά για τις μικρές εγκαταστάσεις. Άλλωστε, η σύνδεση με το δίκτυο είναι υπηρεσία που παρέχεται μονοπωλιακά από το Διαχειριστή και το κόστος της πρέπει να υπόκεινται σε έλεγχο κοστοστρέφειας από τη ΡΑΕ. Πρέπει να είναι ανάλογο με αυτό που ισχύει σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες και να περιλαμβάνει ένα εύλογο κέρδος για το Διαχειριστή.

Απλές σκέψεις και προτάσεις που θα μπορούσαν να συζητηθούν στα πλαίσια της Ομάδας Εργασίας, αν το ΥΠΕΚΑ είχε δώσει την ευκαιρία συμμετοχής και στους φορείς της αγοράς και στις περιβαλλοντικές οργανώσεις.

Δεν είναι τυχαίο λοιπόν που όλοι αναφέρουν ότι η Κυβέρνηση έπρεπε να δώσει μεγαλύτερη προσοχή στην αυτοπαραγωγή, δίνοντας συγκεκριμένους στόχους στη Ομάδα Εργασίας. Στόχους που να εκφράζουν την πολιτική βούληση.

Ειδικά όταν το Κυβερνητικό Συμβούλιο συζητά για την εφαρμογή ρήτρας απασχόλησης σε κάθε αναπτυξιακό μέτρο και όταν η Ευρώπη προγραμματίζει για αύξηση των στόχων στις ΑΠΕ από το 20% στο 30%.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου